90 χρόνια κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα

τ.260, 06/02/2009 (σε ένθετο το τ.6 του Δικτύου Κριτικής και Δράσης στην Παιδεία)

"Αν αναλυθούν και μελετηθούν βαθύτερα τα καθέκαστα της ιστορίας του ΚΚΕ… η μελέτη αυτή δεν μπορεί παρά να γεννήσει αισιοδοξία. Αισιοδοξία με την έννοια πως προσφέρουν αυτά τα "καθέκαστα" συμπεράσματα και διδάγματα μεγαλύτερης εμβέλειας από το "μερικό", το "εθνικό", το "ειδικό" της περίπτωσης, για το σήμερα και το αύριο. Αλλά, για να γίνει αυτό, πρέπει να παραμεριστεί κάθε μερική, "μεροληπτική" αφετηρία που παραγνωρίζει, αγνοεί την "πανοραμική" ενατένιση της συγκεκριμένης ιστορικής πορείας. Να φτάσει η "ματιά" μέχρι το απώτατο άκρο του ερευνώμενου πεδίου… Ούτε να αγνοήσει αλλά ούτε να περιχαρακωθεί στα όρια "τεκμηρίων", "εγγράφων", "αρχείων" κι ούτε να αγνοήσει αλλά να μη "χαθεί" σε μνήμες που αλλοιώθηκαν ή αλλοιώνονται από εφήμερες, με την ευρύτερη έννοια, σκοπιμότητες".

Γιάννης Χοντζέας

Τιμώντας τα 90 χρόνια από τη γέννηση του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας μας, θα αφιερώσουμε μια σειρά άρθρων προσπαθώντας να παρουσιάσουμε τις βασικότερες πλευρές της πολυτάραχης ιστορίας του.

Σύμφωνα με τον Γκράμσι, η σημασία και το βάρος ενός κόμματος ζυγιάζονται από το πόσο έχει βαρύνει η δραστηριότητά του στον καθορισμό της ιστορίας μιας χώρας.

Και η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας έχει καθοριστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη δραστηριότητα του κομμουνιστικού κινήματος. (Όπως καθορίζεται και από την έλλειψη κομμουνιστικού κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες). Γι’ αυτό, ακόμα και η "επίσημη" ιστορία της χώρας δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή τη δραστηριότητα, έστω και κατασυκοφαντώντας τη. Γι’ αυτό και οι αυτοαποκαλούμενοι "συνεχιστές" της, την ιδιοποιούνται και την καπηλεύονται. Γι’ αυτό και οι μνήμες έχουν αλλοιωθεί από διάφορες σκοπιμότητες, γι’ αυτό και υπάρχουν ακόμα αρχεία και τεκμήρια κλειστά.

Μια "πανοραμική" μελέτη, λοιπόν, της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος απαιτεί δουλειά σε τέτοιο βάθος που ξεφεύγει από τα όρια αυτού του αφιερώματος. Θα προσπαθήσουμε, ωστόσο, περιδιαβαίνοντας την ιστορία του, να σταθούμε σε εκείνα τα σημεία που η μελέτη και αξιολόγησή τους σήμερα μπορεί να προσφέρουν συμπεράσματα και διδάγματα για το αύριο.


5. Η δεκαετία 1960-70

Η μετάλλαξη του κομμουνιστικού κινήματος

Στα χρόνια της δεκαετίας του ‘60 ολόκληρος ο κόσμος συγκλονίζεται από μια επαναστατική θύελλα. Επαναστάσεις και εξεγέρσεις, εθνικοαπελευθερωτικά και νεολαιίστικα κινήματα, αγκαλιάζουν και κινητοποιούν εκατομμύρια μαζών σε κάθε γωνιά της γης. Ο ιμπεριαλισμός προσπαθεί να απαντήσει με ένταση της καταστολής, επεμβάσεις, πραξικοπήματα, πολέμους. Στους κόλπους του κομμουνιστικού κινήματος μορφοποιείται καθαρότερα η αντεπαναστατική στροφή που είχε αρχίσει από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, και ξεσπά ανοιχτά η αντιπαράθεση απέναντι σ’ αυτή τη στροφή.

Ο αγώνας του βιετναμέζικου λαού, η αποτίναξη της αποικιοκρατίας, η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, ο Τσε Γκεβάρα, ο Μάης του ‘68, εμπνέουν και ξεσηκώνουν εκατομμύρια που θέλουν να αγωνιστούν για έναν άλλο κόσμο. Ενώ όμως έχουν ανοιχτεί φωτεινές προοπτικές για έναν άλλο κόσμο, η έκβαση της αντιπαράθεσης στο κομμουνιστικό κίνημα και η μετάλλαξη του μεγαλύτερου μέρους του καθορίζουν και την έκβαση αυτής της επαναστατικής θύελλας που θα μείνει ανολοκλήρωτη.

Στη χώρα μας, η δεκαετία του ‘60 ανοίγει με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να ελέγχει κάθε πτυχή της πολιτικής ζωής, ενώ και οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές επιδιώκουν να διευρύνουν τα ερείσματα που αποκτούν στην Ελλάδα. Κυριαρχεί το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος με τον λυσσαλέο αντικομμουνισμό, το κυνήγι κάθε προοδευτικής φωνής, την τρομοκρατία και τους τραμπουκισμούς, το χαφιεδισμό και το φακέλωμα, τα "πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων". Η Καραμανλική βία και νοθεία, η τρομοκρατία κράτους και παρακράτους, οι παλατιανές ίντριγκες, η δολοφονία του Λαμπράκη και του Πέτρουλα, ξεσηκώνουν ένα μαζικό ριζοσπαστικό αντιμπεριαλιστικό κίνημα. Το κομμουνιστικό κίνημα μεταλλάσσεται και ευνουχίζεται από τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά και τις επαναστατικές του παραδόσεις, παράλληλα όμως αρχίζει να μορφοποιείται και η αντίδραση των κομμουνιστών που αντιστέκονταν σ’ αυτή τη μετάλλαξη.

Ο ευνουχισμός του κομμουνιστικού κινήματος

Οι συνέπειες της αντεπαναστατικής στροφής που είχε αρχίσει στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, γίνονται όλο και πιο ορατές σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά και στις σχέσεις και το δέσιμο με τις μάζες, στη "διαχείριση" των λαϊκών αγώνων.

Ενώ οι αγώνες του κομμουνιστικού κινήματος έχουν αφήσει σοβαρές παρακαταθήκες και πολιτικά η αριστερά διατηρεί σημαντικές θέσεις και επιρροή στις λαϊκές μάζες (κάτι που φάνηκε στις εκλογικές αναμετρήσεις, στους συνδικαλιστικούς αγώνες, στο αντιιμπεριαλιστικό-αντιαμερικάνικο μαζικό κίνημα της δεκαετίας του ‘50), η επιδίωξη της ηγεσίας του ΚΚΕ και της ΕΔΑ ήταν να κερδίσει την αναγνώριση του πολιτικού κόσμου σαν ένα "εθνικό", "υπεύθυνο" κόμμα, σεβόμενο τα πλαίσια και τους κανόνες του επίσημου πολιτικού παιχνιδιού. Παράλληλα, η επιδίωξη της αστικής τάξης –κοινή και για τις δύο πτέρυγές της– είναι η επιβολή δικομματικού συστήματος, η απόσπαση των λαϊκών μαζών και των ενδιάμεσων στρωμάτων και δυνάμεων από την επιρροή της αριστεράς και ο εγκλωβισμός τους στο δικομματισμό. Η δημιουργία της Ένωσης Κέντρου (1961) αυτό το σκοπό εξυπηρετούσε, να εκφράσει δηλαδή τα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα, να παρεμποδίσει συμμαχίες αυτών των στρωμάτων με την αριστερά κρατώντας τα κάτω από την ηγεμονία της μεγαλοαστικής τάξης, να συρρικνώσει το 25% που πήρε η αριστερά το 1958.

Αφού ξεθεμελιώθηκε το κόμμα με τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων και το ξεπέταγμα ή τον παροπλισμό και την ουσιαστική αχρήστευση όσων αγωνιστών δεν μπορούσαν εύκολα να "πάρουν τη στροφή", "το κόμμα" στην Ελλάδα είναι η ΕΔΑ η οποία διακατέχεται από έναν άκρατο οπορτουνισμό και τείνει να μετατραπεί σε ένα τυπικά αστικό κόμμα. Απαρνιέται ουσιαστικά το ρόλο της πρωτοπορίας, αγνοεί την ταξική πάλη, επικρατεί η ηττοπάθεια και ο συμβιβασμός και περιορίζεται στην κοινοβουλευτική δράση. Η αναθεώρηση βασικών επαναστατικών αρχών οδηγεί στη διατύπωση θεωριών για μεταρρυθμίσεις, "βαθμιαίες" αλλαγές, "ενδιάμεσα στάδια", και κινείται στη λογική του "εφικτού", του "ρεαλιστικού", στην προσαρμογή στην κοινωνική και πολιτική "πραγματικότητα" της χώρας.

Έτσι ο στρατηγικός στόχος, η "τελική προοπτική" που τίθεται στο Πρόγραμμα της ΕΔΑ, είναι η "Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή" που θα επιτευχθεί –σύμφωνα με τον Λ. Κύρκο– βάσει "της οικονομικής ανάπτυξης με την εκβιομηχάνιση, της πολιτιστικής επαναστάσεως και του συγχρονισμού των θεσμών" καλύπτοντας "την τεράστια απόσταση που μας χωρίζει από τα προηγμένα κράτη της Ευρώπης" (ο λύκος κι αν εγέρασε…).

Σαν "πρώτο βήμα" για την πραγματοποίηση της "τελικής προοπτικής" τίθεται η απομάκρυνση της κυβέρνησης Καραμανλή από την εξουσία. Όμως, αυτός ο στόχος για την ηγεσία της ΕΔΑ δεν σήμαινε την οργάνωση και κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα, την ανάπτυξη μαζικών αγώνων ενάντια στο καθεστώς της αμερικανοκρατίας, της βίας και τρομοκρατίας, την ενδυνάμωση της αριστεράς, αλλά μια σειρά "ελιγμούς" και συμφωνίες με στόχο την εκλογική αποτυχία της ΕΡΕ και την αντίστοιχη επιτυχία της Ένωσης Κέντρου. Όχι μόνο απουσιάζει κάθε κριτική στην ΕΚ, αλλά εξωραϊζεται ο ρόλος και ο χαρακτήρας της. Η ΕΔΑ μετατρέπεται σε ουρά της ΕΚ και την ενισχύει με κάθε τρόπο. ("Πρέπει να δουλέψουμε για να ενισχυθεί και να δυναμώσει η ΕΚ", Λ. Κύρκος). Η αγωνιστική διάθεση, τα αντιμπεριαλιστικά αισθήματα, η απαίτηση πλατιών λαϊκών μαζών για αποτίναξη του καθεστώτος της υποτέλειας και της τρομοκρατίας, ευνουχίζονται, διαστρέφονται και ο κόσμος "πείθεται" πως ο μόνος δρόμος είναι η άνοδος της ΕΚ στην εξουσία. Πέρα από κάποιες χλιαρές διαμαρτυρίες, δεν απαντά στις επιθέσεις, στον αντικομμουνισμό, στον "διμέτωπο" (ενάντια σε δεξιά και αριστερά) που εξαπολύει ο Παπανδρέου και στέλνονται αριστερές μάζες στις συγκεντρώσεις του για να ακούν τα αντικομμουνιστικά του κηρύγματα, ενώ στις εκλογές του ‘64 η ΕΔΑ αφήνει 24 εκλογικές περιφέρειες χωρίς δικές της υποψηφιότητες για να ψηφιστεί η ΕΚ.

Μετά την εκλογική νίκη της ΕΚ το "νέο στάδιο" είναι "η στερέωση των δημοκρατικών κατακτήσεων και η ουσιαστική αποκατάσταση της δημοκρατίας" με ένα "πρόγραμμα αιτημάτων ουσιαστικού εκδημοκρατισμού σε όλους τους τομείς", όπως "περιορισμός της ασυδοσίας και έλεγχος των μονοπωλίων", "σχεδιασμός της οικονομικής ανάπτυξης σε δημοκρατική βάση" (sic), "εξάλειψη του αντικομμουνισμού σαν κρατικής ιδεολογίας", "εξάλειψη κάθε στοιχείου υποτέλειας στην εξωτερική πολιτική της χώρας", χωρίς όμως να μπαίνει αίτημα για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και θέτοντας παράλληλα τη "συνεργασία του κράτους και των λαϊκών οργανώσεων". Αγνοώντας λοιπόν το συγκεκριμένο ταξικό χαρακτήρα και ρόλο του κράτους και μέσα στο συγκεκριμένο καθεστώς της εξάρτησης, η ΕΔΑ θεωρεί ότι μπορούν να επιτευχθούν ουσιαστικές αλλαγές σε όλους τους τομείς.

Αν και φραστικά "η απαλλαγή της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά, η αποκατάσταση και κατοχύρωση της εθνικής μας ανεξαρτησίας" αναφέρονταν στο Πρόγραμμα της ΕΔΑ, το καθεστώς ολόπλευρης εξάρτησης και υποτέλειας της χώρας θεωρήθηκε σαν μια "δεδομένη" κατάσταση που δεν είναι δυνατό να ανατραπεί και το μόνο που μπορεί να επιτευχθεί είναι κάποιες "βελτιώσεις" μέσα σ’ αυτά τα "δεδομένα" πλαίσια. Έτσι, επινοήθηκε η θεωρία του "βαθμιαίου ξηλώματος της αμερικανοκρατίας" και η αριστερά παραιτήθηκε από το καθήκον του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, ευνουχίζοντας τις αγωνιστικές διαθέσεις και τα αντιιμπεριαλιστικά-αντιαμερικάνικα αισθήματα των λαϊκών μαζών και καλλιεργώντας αυταπάτες πως είναι δυνατόν σιγά-σιγά και με μικροαλλαγές να ξηλωθεί η αμερικανοκρατία. Εγκαταλείφθηκε το αίτημα για αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και μάλιστα διατυπώθηκε η θέση (1963) για "πολιτική εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας στις σχέσεις προς τους συνεταίρους του ΝΑΤΟ", αποπροσανατολίζοντας και καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι είναι δυνατό να εφαρμοστεί πολιτική εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, του καταλύτη δηλαδή της εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας. Ειδικά συνεργεία μάλιστα, "περιφρουρούσαν" τις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις από τα αντιιμπεριαλιστικά-αντιΝΑΤΟϊκά συνθήματα χαρακτηρίζοντάς τα σαν "αποπροσανατολιστικά" ή "προβοκατόρικα".

Όποτε οι διαθέσεις και η δυναμική των μαζών ξέφευγαν από τα "κόσμια" και "πολιτισμένα" πλαίσια (πχ δολοφονία Λαμπράκη, Ιουλιανά) στελέχη της ΕΔΑ αναλάμβαναν ρόλο πυροσβέστη προσπαθώντας με κάθε τρόπο να "μαζέψουν" τις λαϊκές εκδηλώσεις. ("… πρέπει λόγοι σοβαροί, λόγοι έκτακτοι και επομένως λόγοι σπάνιοι πρέπει να είναι εκείνοι οι οποίοι τυχόν θα υπαγορεύουν και θα δικαιώνουν μία πορεία. Πορείαι διά ψύλλου πήδημα, καθ’ ημέραν επαναλαμβανόμεναι απλώς οδηγούν εις αποδυνάμωσιν και εκφύλισιν…", Η. Ηλιού).

Σε οργανωτικό επίπεδο, επικρατεί η χαλαρότητα και τα χαρακτηριστικά αστικού κόμματος. Η ανάδειξη στελεχών γίνεται με κριτήρια την "προσαρμοστικότητα" στη νέα κατάσταση και το βαθμό "αφομοίωσης" του "νέου πνεύματος", εξαλείφεται σιγά-σιγά κάθε στοιχείο επαναστατικής αγωνιστικής διαπαιδαγώγησης, και από ένα σημείο και μετά (1963) μέλος του κόμματος μπορούσε να γίνει όποιος αποδεχόταν το πρόγραμμα και το καταστατικό και έδινε συνδρομή. Όσοι δυσκολεύονταν να "προσαρμοστούν" και διαφωνούσαν, παραγκωνίζονταν, απομονώνονταν, χαρακτηρίζονταν σαν "ύποπτοι" ή "αντικομματικά στοιχεία", διαγράφονταν και αντιμετώπιζαν κάθε είδους συκοφαντίες.

Έτσι, το μαζικό κίνημα βρίσκεται χωρίς πρωτοπορία, χωρίς καθοδήγηση, αφοπλίζεται ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά, εκχωρείται στην εξυπηρέτηση των σκοπών της ΕΚ. Η επιβολή της φασιστικής δικτατορίας βρίσκει το λαϊκό παράγοντα απροετοίμαστο για να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και πιάνει –κυριολεκτικά– στον ύπνο την ηγεσία του ΚΚΕ και της ΕΔΑ. (Το τελευταίο φύλλο της "Αυγής" στις 20 Απρίλη βγήκε με πρωτοσέλιδο τίτλο "Δεν υπάρχει κίνδυνος πραξικοπήματος").

Η διάσπαση του ΚΚΕ

Η διάσπαση του ΚΚΕ το ‘68 –ελληνική ιδιαιτερότητα κι αυτή– είναι απότοκο του μπρεζνιεφισμού στη Σοβιετική Ένωση.

Η ανάγκη συγκράτησης και χειρισμού των αντιδράσεων που προκαλούσε η εξόφθαλμη και κυνική αποκομμουνιστικοποίηση που συντελούνταν στο κομμουνιστικό κίνημα διεθνώς μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, η αντιπαράθεση σ’ αυτή τη στροφή, η βαθμιαία μετατροπή της ΕΣΣΔ σε υπερδύναμη και η ανάγκη ελέγχου και επιρροής στα επαναστατικά κινήματα που αναπτύσσονταν, επέβαλλαν μια στροφή σε μια πιο αριστερή φρασεολογία, ένα ανέβασμα των τόνων απέναντι στον ιμπεριαλισμό, ένα "κράτημα των προσχημάτων".

Σε αντίθεση μ’ αυτή τη φραστική "σκλήρυνση" των σοβιετικών σχηματίστηκε το λεγόμενο ρεύμα του ευρωκομμουνισμού (από το γαλλικό και ιταλικό ΚΚ) που θεωρώντας πως ο λενινισμός και η Οχτωβριανή Επανάσταση "έδωσαν ό,τι είχαν να δώσουν", αποδέχτηκε τον "ιστορικό συμβιβασμό" και εμφανιζόταν ανοιχτό στη σοσιαλδημοκρατία. Σ’ αυτό το ρεύμα εντάχθηκε και το κομμάτι που αποτέλεσε το ΚΚΕεσ., αφού όμως είχε επιδιώξει προηγουμένως να έχει την εύνοια και το "χρίσμα" των σοβιετικών.

Όσο για το "ορθόδοξο" κομμάτι, αυτό που κράτησε τον τίτλο του ΚΚΕ, ακολούθησε τη γραμμή των σοβιετικών. Η επιστροφή σε πιο αριστερή φρασεολογία, σε πιο "επαναστατικές" διακηρύξεις, ο πολύς λενινισμός στα λόγια, βοήθησε ώστε να μπορούν να παρουσιάζονται σαν "συνεχιστές" του κομμουνιστικού κινήματος και να εγκλωβίσουν στις γραμμές τους αγωνιστές που είχαν αγανακτήσει από το διαλυτισμό και τις συνέπειες της στροφής του ‘56, χρεώνοντάς τα στους "αναθεωρητές" (εκείνοι οι ίδιοι που είχαν πρωταγωνιστήσει στο διαλυτισμό, πχ Κολιγιάννης, Γκρόζος, Στρίγκος).

Η Αναγέννηση

Η έκδοση της Αναγέννησης (1964) ήρθε σαν "φυσιολογική κατάληξη μιας πολύχρονης σκληρής ιδεολογικής πάλης" των κομμουνιστών που αντιτάσσονταν στην αντεπαναστατική στροφή που επιβλήθηκε στο ελληνικό κίνημα το ‘56. Αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια για την πραγματική αναγέννηση του κομμουνιστικού κινήματος της Ελλάδας. Αντιπαρατέθηκε στο σύνολο της γραμμής που ακολουθούσε η ηγεσία του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, διαμορφώνοντας ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις που συσπείρωσαν στις γραμμές της τους πιο συνεπείς αγωνιστές. Μετατράπηκε σε κίνημα και ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα στο χώρο του συνδικαλισμού και της νεολαίας, χρωματίζοντας μια σειρά κινητοποιήσεις που η επίσημη αριστερά προσπαθούσε να κρατήσει σε "κόσμια" και ανώδυνα πλαίσια.

Η προσπάθεια της Αναγέννησης αντιμετώπισε εξαιρετικές δυσκολίες που –πέρα από την τρομοκρατία της αντίδρασης– είχαν να κάνουν με τις συκοφαντίες, τη λάσπη, τις "υγειονομικές ζώνες", το προβοκάρισμα από την επίσημη αριστερά.

Αδύνατο σημείο αυτής της προσπάθειας που περιόρισε τα όρια και τις δυνατότητες απλώματός της, ήταν το ότι ο οργανωτικός διαχωρισμός από την ΕΔΑ δεν έγινε νωρίτερα. Αυτή η καθυστέρηση έδωσε το χρόνο για να στηθούν οι υγειονομικές ζώνες, να διαστρεβλωθούν θέσεις, να απομονωθούν αγωνιστές, να απογοητευτούν, να "δουλευτούν" και να προσαρμοστούν πολλοί απ’ όσους αντιδρούσαν στη διάλυση και τη μετάλλαξη του κομμουνιστικού κινήματος. Αντίστοιχα, η καθυστέρηση της ανοιχτής αντιπαράθεσης διεθνώς, έδωσε χρόνο και χώρο στους σοβιετικούς να κερδίζουν θέσεις.

Παρόλο που δεν έγινε δυνατό να ανατραπεί η διάλυση και η μετάλλαξη του κομμουνιστικού κινήματος, η Αναγέννηση –γέννημα-θρέμμα των καλύτερων παραδόσεών του– προσπάθησε να ανοίξει καινούργιους δρόμους, έδωσε μάχες, έβαλε τη σφραγίδα της σ’ αυτή την εποχή.

***

Στα χρόνια του ‘60 ολοκληρώνεται η αντεπαναστατική στροφή που εκδηλώθηκε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας μας διαλύεται και μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Οι αρχές, οι επαναστατικές παραδόσεις, η αγωνιστική διαπαιδαγώγηση, το δέσιμο και η επιρροή στις λαϊκές μάζες, ό,τι είχε οικοδομηθεί με αγώνες και θυσίες κατασπαταλιέται και σκορπίζεται, και η αστική ιδεολογία και πολιτική διαπερνά το ΚΚΕ και την ΕΔΑ.

Ο ρεβιζιονισμός καταφέρνει αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει η αντίδραση με τις φυλακές, τις εξορίες, την τρομοκρατία και καταστολή, δηλαδή να αποπροσανατολίσει, να ευνουχίσει, να διαλύσει ουσιαστικά το λαϊκό και εργατικό κίνημα, και να το αφήσει απροετοίμαστο απέναντι στην επερχόμενη φασιστική δικτατορία.

Η αντίσταση των κομμουνιστών στη μετάλλαξη και τη διάλυση μορφοποιείται στην κίνηση της Αναγέννησης, που ανεξάρτητα από το αν μπόρεσε να ανατρέψει ή να τροποποιήσει τους συσχετισμούς, αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια που χρωμάτισε τις εξελίξεις.

 


Τα σημαντικότερα γεγονότα

Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη: Στις 22 Μάη 1963, ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρ. Λαμπράκης βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει σε συγκέντρωση της "Επιτροπής για τη διεθνή ύφεση και ειρήνη". Γύρω από το χώρο της συγκέντρωσης είναι μαζεμένοι παρακρατικοί τραμπούκοι που προπηλακίζουν και χτυπούν όσους πηγαίνουν στη συγκέντρωση, τραυματίζοντας τον βουλευτή Γ. Τσαρουχά.

Βγαίνοντας στο δρόμο μετά το τέλος της συγκέντρωσης, ένα τρίκυκλο πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω στους ανθρώπους που έφευγαν και ο Λαμπράκης δέχεται ένα θανάσιμο χτύπημα με λοστό στο κεφάλι. Ξεψυχάει τέσσερις μέρες μετά. Οι δολοφόνοι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν χάρη στην άμεση αντίδραση ενός απ’ τους συνοδούς του Λαμπράκη που πήδηξε στο τρίκυκλο και μετά από πάλη κατάφερε να το σταματήσει. Ο ανακριτής Χρ. Σαρτζετάκης απήγγειλε κατηγορίες στην ηγεσία της αστυνομίας για ηθική αυτουργία σε δολοφονία από πρόθεση. Οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν όταν εκδικάστηκε η υπόθεση.

Η δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Δεκάδες χιλιάδες λαού διαδήλωσαν στην κηδεία του. Ο Λαμπράκης έγινε σύμβολο των αγώνων για την ειρήνη. Η λαϊκή οργή ενάντια στην καραμανλική τρομοκρατία, χάρη στην οπορτουνιστική πολιτική της ΕΔΑ δεν μπόρεσε να εκφραστεί σε μια γνήσια αντιιμπεριαλιστική δημοκρατική κατεύθυνση, αλλά κατευνάστηκε και λειτούργησε προς όφελος της Ένωσης Κέντρου που ξεπέρασε σε συνθηματολογία και "βγήκε από τ’ αριστερά" στην ΕΔΑ.

Η δολοφονία του Λαμπράκη σφράγισε τις κατοπινές ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις. Λίγες μέρες μετά ο Καραμανλής παραιτείται, φεύγει από τη χώρα, και το παλάτι σχηματίζει την "υπηρεσιακή" κυβέρνηση Πιπινέλη. Ο Παπανδρέου απειλεί με αποχή από τις εκλογές που ορίζονται για τις 3 Νοέμβρη, αν δεν οριστεί αυστηρά υπηρεσιακή κυβέρνηση. Το παλάτι υπαναχωρεί, αντικαθίσταται ο Πιπινέλης, ο Καραμανλής επιστρέφει, και στις εκλογές η ΕΚ αναδείχνεται πρώτο κόμμα, χωρίς όμως απόλυτη πλειοψηφία. Ο Καραμανλής εγκαταλείπει οριστικά την Ελλάδα, ενώ ο Παπανδρέου αρνείται να σχηματίσει κυβέρνηση με τις ψήφους εμπιστοσύνης της ΕΔΑ. Προκηρύσσονται νέες εκλογές για το Φλεβάρη του ‘64, όπου η ΕΚ σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Τα Ιουλιανά: Στις 15 Ιούλη 1965 το παλάτι ανατρέπει την κυβέρνηση Παπανδρέου όταν ο τελευταίος ζήτησε να αναλάβει το υπουργείο Άμυνας, και επιβάλλει την κυβέρνηση των λεγόμενων αποστατών. Το βασιλικό πραξικόπημα ήταν αποτέλεσμα μιας βαθιάς κρίσης που οφειλόταν στην όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ανάμεσα στις πτέρυγες της αστικής τάξης και τα πολιτικά κόμματα που τις εκπροσωπούσαν, και στην αντίθεση του λαού προς το καθεστώς της αμερικανοκρατίας που –παρά τις προσπάθειες ευνουχισμού και αποπροσανατολισμού του– είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις.

Το παλατιανό πραξικόπημα ξεσήκωσε τη λαϊκή οργή και αγανάκτηση και επί δύο μήνες η χώρα συγκλονίστηκε από μαζικότατες αγωνιστικές κινητοποιήσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία.

Στις 21 Ιούλη 1965 η ΕΦΕΕ έχει καλέσει σε συγκέντρωση στα Προπύλαια. Η αστυνομία επιτίθεται στους συγκεντρωμένους και ο αγωνιστής φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας πέφτει νεκρός από τα χτυπήματα, ενώ τραυματίζονται γύρω στα 300 άτομα. Η αστυνομία επιχειρεί να προχωρήσει σε μυστική ταφή, αλλά η οικογένεια του παλικαριού παραλαμβάνει τη σορό του και η κηδεία του μετατρέπεται σε γενική απεργία και τεράστια μαχητική διαδήλωση.

Η ΕΔΑ προσπάθησε με κάθε τρόπο να χειραγωγήσει τη λαϊκή αντίδραση και να κρατήσει το κίνημα σε "ανεκτά" πλαίσια. Παρουσίασε το βασιλικό πραξικόπημα απλά σαν συνταγματική εκτροπή που εκπορευόταν από τα ανάκτορα κι όχι από τις ΗΠΑ, κι έτσι η γραμμή της κινήθηκε στα πλαίσια του σεβασμού της συνταγματικής νομιμότητας τη στιγμή που στις διαδηλώσεις ο λαός απαιτούσε δημοψήφισμα για το πολιτειακό, ζητούσε να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Παπανδρέου αντί να ζητήσει την άμεση διενέργεια εκλογών με απλή αναλογική και αποσιωπούσε το ρόλο των αμερικάνων τη στιγμή που το κίνημα είχε σαφή αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά.

Το λαϊκό κίνημα που ξεπήδησε κατά τη διάρκεια των Ιουλιανών ξεπερνώντας στην πράξη την οπορτουνιστική και συνθηκολόγα γραμμή της επίσημης αριστεράς, είχε εκείνη τη δυναμική που θα μπορούσε να ανακόψει τη μετέπειτα πορεία προς τη φασιστική δικτατορία και την προδοσία της Κύπρου και να επιβάλει μια αντιμπεριαλιστική δημοκρατική πορεία στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Το ότι αυτό δεν έγινε, οφείλεται στο ότι δεν υπήρχε εκείνη η πρωτοπορία με ικανές δυνάμεις να καθοδηγήσουν και να προσανατολίσουν το κίνημα σ’ ένα τέτοιο δρόμο.

Η φασιστική δικτατορία: Στις 21 Απρίλη 1967 εκδηλώνεται το αμερικανοκίνητο στρατιωτικό πραξικόπημα. Αρχίζει νέος κύκλος διωγμών, συλλήψεων, βασανιστηρίων, δολοφονιών και ξαναγεμίζουν οι φυλακές και οι τόποι εξορίας. Η διαλυτική δράση της επίσημης αριστεράς έχει αφήσει το λαϊκό παράγοντα απροετοίμαστο ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά, ώστε η επιβολή και επικράτηση της χούντας να είναι εύκολη υπόθεση.

Οι αντιδικτατορικές οργανώσεις που δημιουργούνται από τα αστικά κόμματα και την επίσημη αριστερά δραστηριοποιούνται κυρίως στις ευρωπαϊκές χώρες όπου έχουν καταφύγει, δουλεύουν ή σπουδάζουν έλληνες, σε επίπεδο καταγγελίας και αποκάλυψης της χούντας και δημιουργίας κινήματος αλληλεγγύης και συμπαράστασης στον ελληνικό λαό.

Στην Ελλάδα, ακροβατούν μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν την όποια παρωδία "φιλελευθεροποίησης" του φασιστικού καθεστώτος (πχ συμμετοχή στις εκλογές των φοιτητικών συλλόγων ή στα σωματεία-σφραγίδες της χούντας), ενώ έχουν σαν στόχο –ομολογημένα ή ανομολόγητα– την "ομαλοποίησή" του. "Ομαλοποίηση" που θα τη "χαλάσει" η εξέγερση του Πολυτεχνείου, που ξέσπασε έξω και πέρα από τους σχεδιασμούς και τις επιθυμίες της επίσημης αριστεράς και που στον αντιμπεριαλιστικό-αντιαμερικάνικο χαρακτήρα του είχε συμβάλει και η δουλειά των λιγοστών δυνάμεων της Αναγέννησης που δρούσαν στην Ελλάδα στη διάρκεια της εφταετίας.

Επιμέλεια κειμένων: Χριστίνα Μπάρτσα