Ανακοίνωση του καθοδηγητικού οργάνου της ΚΟΕ: Πρώτες εκτιμήσεις για τις ευρωεκλογές

τ.269, 19/06/2009

Στην Ευρώπη των 27 οι ευρωεκλογές κατέγραψαν ορισμένες τάσεις – που όμως πρέπει να σχετικοποιούνται, ακριβώς γιατί πρόκειται για μια διαδικασία χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον και συμμετοχή. Ακόμα, χρειάζεται να κρατήσουμε το γενικότερο φόντο στο οποίο διεξήχθησαν οι ευρωεκλογές και να επιμείνουμε στο στοιχείο της ρευστότητας και της διαμόρφωσης τάσεων και όχι παγίωσης καταστάσεων, ιδιαίτερα μέσα στο περιβάλλον της κρίσης.

Ειδικότερα, αυτό το γενικό φόντο καθορίζεται από:

  • Τη διπλή “κατάρρευση”: από τη μια του “υπαρκτού” σοσιαλισμού που γνωρίσαμε το 1989, και από την άλλη αυτή του νεοφιλελευθερισμού με βάση την καπιταλιστική κρίση.
  • Τη γενική κρίση και τα αδιέξοδα που συσσωρεύονται στο ίδιο το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ πάσχει από προσανατολισμό, από σχέδιο, από νέες προτάσεις.
  • Σε όλη την Ευρώπη σημειώθηκαν αμυντικοί αγώνες των εργαζομένων μέσα στην κρίση σαν φυσιολογική αντίδραση στην απίστευτη επίθεση που κλιμακώνουν οι αστικές τάξεις, οι κυβερνήσεις και η Κομισιόν.
  • Παραμένει σαν κυρίαρχη στάση μια αναμονή των μαζών με διττό χαρακτήρα: μια ελπίδα αλλαγής χωρίς να είναι καθαροί οι όροι και οι προϋποθέσεις για να την προσεγγίσουμε, και ο φόβος και η ανασφάλεια για το αύριο και το μέλλον.
  • Όλα προμηνύουν ότι έχουμε μπει σε μια νέα εποχή που θα φέρει νέα χαρακτηριστικά και στοιχεία – αλλά δεν την έχουμε ακόμα προσεγγίσει, δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί. Δηλαδή, σαν να βρισκόμαστε σε έναν προθάλαμο ή μια μεταβατική γέφυρα. Η οικονομική κρίση θα βάλει τη σφραγίδα της.
  • Εγχειρήματα και δοκιμασίες απάντησης στα νέα χαρακτηριστικά από πλευράς αριστερών δυνάμεων γίνονται, και συγκεντρώνουν το ενδιαφέρουν ή και τις επιθέσεις (π.χ. Μπλόκο στην Πορτογαλία, ΝΑΚ στη Γαλλία, ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα).

Σ’ αυτό λοιπόν το γενικότερο φόντο εμφανίστηκαν ορισμένες τάσεις μέσα από τις ευρωεκλογές. Οι κυριότερες ήταν η άνοδος της ακροδεξιάς, η άνοδος της αποχής, η “αδιαφορία” (τουλάχιστον) για την ΕΕ, η καθήλωση της αριστεράς και η συνεχιζόμενη πτώση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου (άλλη μια πιστοποίηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει χώρος για οποιαδήποτε νεοκεϋνσιανή πρόταση-διαμεσολάβηση μέσα στην κρίση και υπό τον παρόντα συσχετισμό δύναμης ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο), η διατήρηση και αύξηση των Πράσινων. Με κλασικούς πολιτικούς όρους, το σκηνικό είναι μετατοπισμένο προς τα δεξιά – όχι μόνο πρόσφατα, αλλά εδώ και μια δεκαετία.

Επομένως, ενώ είναι νωρίς να μιλήσουμε και να καταγράψουμε καταστάσεις επώασης του φιδιού (φασισμός – φασιστικοποίηση), δεν είναι διόλου νωρίς για να υπογραμμίσουμε ότι η αριστερά οφείλει να αντιμετωπίσει την κρίση τακτικά, στρατηγικά, διεθνιστικά. Η μη απάντηση σε αυτές τις τρεις πλευρές δίνει χώρο και δυνατότητες στη δεξιά κυρίαρχη μορφή της αστικής πολιτικής και στις μεταλλάξεις της να πρωταγωνιστούν.

Οι κοινωνικές διεργασίες δεν αντιστοιχούνται ποτέ ευθέως και άμεσα στην πολιτική σφαίρα και μέσα από τις πολιτικές διαμεσολαβήσεις.

Η αριστερά οφείλει να καλύψει αυτά τα κενά, άμεσα – σήμερα, τακτικά και καθημερινά:

  • Συστηματική αποκάλυψη των υπεύθυνων, των μηχανισμών και των συστημάτων που οδηγούν στην κρίση.
  • Προτάσεις και κινήσεις ανακούφισης των εργαζομένων, αλλά και ζύμωση και προπαγάνδα και πρωτοβουλίες για αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό.
  • Ρίζωμα, δουλειά με τον κόσμο, σε χώρους δουλειάς και κατοικίας, με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας που θα πολιτικοποιούν με βάση τα δύο παραπάνω. Χωρίς αυτόν τον τρίτο όρο –και χωρίς υπομονετική δουλειά– είναι δύσκολο να υπάρξει μια άλλη προοπτική.

Τέλος, οι ευρωεκλογές αλλά και η κρίση θέτουν με ιδιαίτερη έμφαση τη συζήτηση μέσα στην αριστερά για: την επιχειρηματική πολιτική και τους νέους χειριστικούς μηχανισμούς – το ζήτημα της νεολαίας – της ιδεολογίας – της Ευρώπης – το μεταναστευτικό – τα εγχειρήματα της σύγχρονης αριστεράς.

Στη χώρα μας οι ευρωεκλογές είχαν διττό χαρακτήρα. Και “χαλαρές” ευρωεκλογές όπως πάντα, αλλά και “εθνικές”, με την έννοια ότι ήταν πρόκριμα ανακατατάξεων και διαμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Στη χώρα μας εκφράστηκαν επομένως με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι γενικές τάσεις που προαναφέραμε: διευρυμένη αποχή, άνοδος ακροδεξιάς, ισχυρά ερείσματα κομμάτων που ακολουθούν το νεοφιλελευθερισμό, μείωση του δικομματισμού, καθήλωση και συρρίκνωση της αριστεράς. Πίσω από αυτές τις τάσεις υπάρχει μια ρευστότητα, και η στάση της “αναμονής” (ελπίδα – απόρριψη – φόβος) παίζει μεγάλο ρόλο.

Ορισμένες επισημάνσεις για τις τάσεις αυτές

Η αποχή

Η τηλεοπτικοποίηση της πολιτικής ζωής, η επιχειρηματική πολιτική στη χώρα μας και οι μηχανισμοί τους κατόρθωσαν να μεγεθύνουν την αποχή, να στείλουν μαζικά κόσμο στις παραλίες, εκμεταλλευόμενοι τη δυσφορία του κόσμου προς τον πολιτικό κόσμο γενικά, αλλά και την αίσθηση ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Είχαμε την “κατίσχυση μιας μαζικής πολιτικής συμπεριφοράς τηλεοπτικού τύπου”. Κι αυτό αποτελεί βασική επιτυχία των δυνάμεων που θέλουν να διατηρηθεί ίδια η κατάσταση: η μεγέθυνση της αποχής και όχι κατά βάση μια στάση διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Έτσι η επιχειρηματική πολιτική, αφού δοκίμασε τα κόμματα μιας χρήσης, τώρα καλλιέργησε την αποχή προκειμένου να μην πάει η ψήφος σε άλλα κανάλια. Επομένως, τα ΜΜΕ, τα συγκροτήματα και οι δημοσκοπικές τους εταιρίες διατηρούν και αυξάνουν το σημαντικό τους ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Βέβαια υπάρχουν και άλλες πλευρές της αποχής. Μιλήσαμε για τη βασική πλευρά και τα αποτελέσματά της.

Μεγάλη ήττα της κυβέρνησης, αλλά όχι μεγάλη νίκη της αντιπολίτευσης.

Ο δικομματισμός είδε τις δυνάμεις του να εξασθενούν και να καταδικάζεται η πολιτική της κυβέρνησης, χωρίς όμως να δημιουργείται ένα μεγάλο ρεύμα αλλαγής. Για το αμέσως επόμενο διάστημα η κυβέρνηση έχει εφεδρείες (ΛΑΟΣ, φασιστική δεξιά, Δράση, Μακεδονικό Μέτωπο, Κυνηγοί κ.λπ.) και μπορεί να πάρει ορισμένες πρωτοβουλίες παρά τη δύσκολη θέση (μεταρρυθμίσεις ειδικά στο δημόσιο τομέα, για να κόψει δυνατότητες του ΠΑΣΟΚ και για προσεταιρισμό μέρους της εκλογικής βάσης του ΛΑΟΣ). Το ΠΑΣΟΚ παίρνει κεφάλι στο δικομματικό χώρο, αλλά δεν έχει ρεύμα. Θα πιέσει προς αριστερά, οικολόγους κ.λπ. για αυτοδυναμία, χωρίς να πείθει ότι θα έχει την αυτοδυναμία. Όμως η πίεση της αλλαγής θα επενεργήσει, και υπάρχει το ζήτημα πώς την αντιμετωπίζει η αριστερά.

Άρα ο δικομματισμός έχει ακόμα πνευμόνια, άσχετα αν καταγράφει από τα πιο χαμηλά ποσοστά του. Κυρίως απέτρεψε να υπάρξει μια άλλη κατάσταση στην αριστερά, δεν κινδυνεύει από μια αντισυστημική πολιτική αριστερά. Μείωση λοιπόν του δικομματισμού, αλλά παράλληλα το σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης του νεοφιλελευθερισμού και διαχείρισης δεν υπέστη σημαντικές ρωγμές.

Πάντως να καταγράψουμε ένα σημαντικό γεγονός: Στην πολιτική ζωή του τόπου καταγράφεται η διαφοροποίηση του 1/3 του εκλογικού σώματος από το δικομματισμό. Αυτό σημαίνει ότι είναι υπαρκτή η δυσαρέσκεια, αλλά όχι και η αναζήτηση αλλαγών και ανατροπών (γιατί τότε θα υπήρχε καταγεγραμμένη και αυτή η τάση σαν ενίσχυση της αριστεράς). Μπορούμε να μιλήσουμε για μια διεύρυνση μέσα στην κοινωνία (που μπορεί να πλησιάζει το 50-60% περίπου) η οποία χαρακτηρίζεται από γενικευμένο έλλειμμα εμπιστοσύνης από τη μια και από πληθωρισμό φόβου για το αύριο από την άλλη. Αυτά τα φαινόμενα θα ισχυροποιηθούν μέσα στην κρίση και θα ορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη νέα εποχή που προαναφέραμε. Θα τροφοδοτήσουν διεργασίες σε όλους τους χώρους, και όλοι θα κινηθούν να καλύψουν ή να απαντήσουν στο κενό που δημιουργείται.

Το ΠΑΣΟΚ δεν πείθει σαν διάδοχη κατάσταση –παρόλο το σπρώξιμο που είχε από μεγάλα συγκροτήματα– γιατί μέσα στο συγκεκριμένο ευρωπαϊκό νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο δεν μπορεί να εκφράσει κάτι διαφοροποιημένο.

Η άνοδος του ΛΑΟΣ, που είναι ο μεγάλος νικητής, συνδέεται με τις γενικές τάσεις που περιγράψαμε μέσα στην κρίση, αλλά επίσης με την πολιτική γραμμή και τακτική που είχε: έθεσε ζητήματα όπως μετανάστευση, ασφάλεια, εθνικά θέματα, έβαλε επικεφαλής ένα πρόσωπο με ισχυρές διασυνδέσεις, εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία που παρουσιάστηκε με το μεγα-σκάνδαλο της Ζίμενς (η αριστερά κοιμήθηκε στο θέμα αυτό), είχε στενές σχέσεις με δυσαρεστημένους και παράγοντες της ΝΔ, δεν σπατάλησε δυνάμεις σε δημόσιες συγκεντρώσεις, χρησιμοποίησε μια έξυπνη προπαγάνδα σε ολόκληρη την προεκλογική περίοδο – και έτσι, με όλα αυτά, έφτασε στο 7,2% που κανείς δεν είχε προβλέψει.

Οι πράσινοι κατέγραψαν ένα ποσοστό αρκετά χαμηλότερο των προβλέψεων των δημοσκοπικών εταιριών και, κάτω από άλλους όρους, δεν θα έβγαζαν και τον ευρωβουλευτή. Είχαν και αυτοί ένα ισχυρότατο σπρώξιμο σαν ανάχωμα της δυσαρέσκειας σε ανώδυνα κανάλια και χτύπημα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι Πράσινοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο φαίνεται να διατηρούν και να αυξάνουν λίγο τη δύναμή τους. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια υπαρκτή δύναμη, μικρής διαφοροποίησης από το νεοφιλελευθερισμό και με μικρή σχέση με στρώματα εργαζομένων.

Κακό το αποτέλεσμα συνολικά για την αριστερά

Το ΚΚΕ συσπειρώθηκε, έπαιξε άμυνα, έπεσε περίπου 1,5% και έχασε 1 ευρωβουλευτή. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μεγάλος χαμένος της αριστεράς, διότι δεν πέτυχε τους στόχους του και κληρονόμησε μια κρίση που θα δούμε πώς θα την ξεπεράσει. Το αποτέλεσμά του τον επαναφέρει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στο πολιτικό σκηνικό, ενώ όλοι ανέμεναν μια άνοδο. Δεν άλλαξε ο συσχετισμός μέσα στην αριστερά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν πέτυχε να καταγράψει ένα καλό αποτέλεσμα.

Όμως έχουμε μια αριστερά στην πολιτική Ελλάδα που φλερτάρει με ένα 15-17% στο σύνολό της. Οι οργανωτικές σχέσεις και οι δεσμοί με τον κόσμο έχουν συρρικνωθεί σε σχέση με το παρελθόν, η ιδεολογία βρίσκεται στα αζήτητα και η πολιτική της δεν έχει στόχευση σε συγκεκριμένα κοινωνικά ακροατήρια.

Η οργάνωση και η πράξη σε όλες τις πλευρές της καθημερινής ζωής είναι το μεγάλο έλλειμμα της υπαρκτής αριστεράς. Παράλληλα, το έλλειμμα πολιτικής και η προσπάθεια αναπλήρωσης αυτού του ελλείμματος (που ούτε καν διαπιστώνεται) με την επικοινωνία και τους “νόμους” της, δημιουργούν αρνητικούς όρους για έκφραση – σύνδεση – κινητοποίηση ενός φαινομενικά ετερογενούς και διασπασμένου κοινωνικού ακροατηρίου, που με το δικό του τρόπο “πιάνει”, διαπιστώνει, συλλαμβάνει την αριστερά σαν μέρος του κατεστημένου και του παλιού κόσμου ή, απλούστερα, σαν “μία από τα ίδια”.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μια ήττα. Αυτό είναι το όνομα και η σωστή λέξη του αποτελέσματος, και δεν πρέπει να ωραιοποιούμε την κατάσταση ή να την κουκουλώνουμε για να μπορέσουμε να πάμε μπροστά. Ποιοι είναι οι λόγοι της ήττας αυτής; Πολλοί λόγοι έπαιξαν το ρόλο τους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου:

1 Έλλειψη σαφούς γραμμής

Δεν προβλήθηκε καμιά πολιτική γραμμή-στόχος. Το “νέα κοινωνική πλειοψηφία” έχει αποσυρθεί – και μόλις την Τρίτη πριν τις εκλογές ειπώθηκε κάτι για τον “αριστερό πόλο”. Επομένως είχαμε θέσεις για πολλά ζητήματα (π.χ. πρόγραμμα – αλήθεια, πόσο ωφέλησε τον ΣΥΡΙΖΑ όλη η φασαρία για το πρόγραμμα;) αλλά δεν είχαμε γραμμή και δεν θέσαμε δύο-τρία κεντρικά θέματα για τα οποία παλεύουμε και καλούμε τον κόσμο να μας υποστηρίξει (κρίση, αντιπολίτευση, αντισυστημική φυσιογνωμία, ενωτική αριστερά, οικολογία κ.λπ.). Πολλές φορές οι εκπρόσωποι… ξεχνούσαν να πουν ότι πρέπει να μας υποστηρίξουν οι πολίτες, και ειδικά οι αριστεροί.

2 Δίχως αιχμές και αντιπαράθεση

Δεν ήμασταν ανταγωνιστικό ψηφοδέλτιο, ούτε φάνηκε ένα αριστερό πρόσωπο. Υπήρχαν αντιλήψεις και υποδείξεις να μην κάνουμε αντιπαράθεση σχεδόν με κανέναν. Όχι αιχμές, όχι αντιπαράθεση με άλλα ψηφοδέλτια – ακόμα κι όταν μας χλεύαζαν. Όχι αντιπαράθεση με τις εταιρίες δημοσκοπήσεων και με τα ΜΜΕ που μας πολεμούσαν. Υπήρχαν αντιρρήσεις να κάνουμε αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ γιατί κάποιοι μπορεί να μας υποστήριζαν, ούτε με τον ΛΑΟΣ για να μην του δώσουμε χώρο, ούτε με το ΚΚΕ γιατί δεν πρέπει, ούτε με τους Οικολόγους-Πράσινους γιατί είναι φιλικός χώρος κ.λπ. κ.λπ. Ο κόσμος της αριστεράς δεν είδε πουθενά ένα μαχητικό ψηφοδέλτιο και μια δύναμη που δίνει μια μάχη. Είδε μια δύναμη με ισορροπίες εσωτερικές, με σκοπιμότητες, με τριβές ακατανόητες σε προεκλογική περίοδο, με εκπροσώπους να λένε ό,τι θέλουν, χωρίς να υπάρχει κοινή στόχευση.

3 Προβληματικός σχεδιασμός

Δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός για την προεκλογική περίοδο, και δεν υπήρξε ένα επιτελείο. Η εκλογική επιτροπή ήταν διακοσμητική. Τα προγράμματα των επικεφαλής (Χουντής, Τσίπρας κ.λπ.) τα μαθαίναμε από δελτία τύπου. Δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός και συντονισμός των δυνάμεων. Ο Τσίπρας αυτοχρίστηκε επικεφαλής. Ο Αλαβάνος αντέδρασε σε ένα βαθμό, και πήγε στο ντιμπέιτ και τη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης. Οι ανανεωτές σαμπόταραν, και τα επιφανή στελέχη ετοιμάζονταν για την επόμενη μέρα. Η ομάδα επικοινωνίας έκανε του κεφαλιού της. Ο επικεφαλής του ψηφοδελτίου έκανε μια προσωπική καμπάνια ανά την Ελλάδα, χωρίς καμιά συζήτηση για το πού πρέπει να πάει και τι να πει. Δεν διεκδίκησε καν να είναι ομιλητής σε κεντρικές συγκεντρώσεις κ.λπ. Παρομοίως, μαθαίναμε το πρόγραμμα του Τσίπρα από τους “επιτελείς” του. Υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση για πολλά πράγματα. Ελάχιστη συζήτηση για τη γραμμή και πάντα κυριαρχούσε η άποψη να μην κάνουμε αντιπαράθεση με άλλους κ.λπ.

4 Δεν απαντήσαμε στην επίθεση

Δεν απαντήσαμε στον πόλεμο που μας γίνονταν. Το ΚΚΕ κατάλαβε την πίεση που του άσκησαν στο ντιμπέιτ, μίλησε για “προβοκάτσια”, έριξε όλες τις οργανωμένες δυνάμεις του, ήταν πρώτο κόμμα σε υλικό (αφίσες-χαρτόνια κ.λπ.) και την έπεφτε σε όλους. Δεν το πίεσαν όπως εμάς, είχε πάντα μια ασυλία, δεν του ανέφεραν ότι “πέφτει – πέφτει”. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε μια άκρως επιθετική και χλευαστική στάση από τα ΜΜΕ και τις δημοσκοπικές εταιρίες. Η στάση όλων ήταν “αφού βγάλατε γλώσσα, θα μείνετε μετεξεταστέοι, θα μας παρακαλέσετε και θα δούμε τι θα κάνουμε. Προς το παρόν, τιμωρία και πάλι τιμωρία”. Η στάση μας ήταν ακατανόητη: Να μην χαλάσουμε τις σχέσεις μας, νομίζοντας ότι με την επικοινωνιακή πολιτική του χτες και τα “παράσημα” από αγώνες που κάναμε θα πηγαίναμε γενικά καλά.

5 Περιορισμένη κοινωνική γείωση

Υπάρχει μια ετερογένεια στο εν δυνάμει ακροατήριο της αριστεράς και η μονομερής προσκόλληση στην ατζέντα περί νεολαίας δεν φάνηκε να αποδίδει, όταν δεν είχες μια αναφορά προς τους εργαζόμενους και πολύ χαλαρούς δεσμούς με αυτούς. Δεν υπάρχει αφηρημένα η κοινωνία που θέλει ή δεν θέλει κάτι. Υπάρχουν τάξεις, κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες που έχουν προβλήματα και θέλουν να ακούσουν προτάσεις ή μια διέξοδο. Περιμέναμε από νεότερες ηλικίες να δείξουν την υποστήριξη, αυτές μάλλον προτίμησαν το μπάνιο. Δεν φανήκαμε με μια πρόταση για την κρίση. Δεν κάναμε καθόλου δουλειά στον κόσμο, δεν πήγαμε προς τον κόσμο, ήμασταν ευχαριστημένοι που έρχονταν τα μέλη και ορισμένοι φίλοι στις συγκεντρώσεις. Δεν πήραμε τα μηνύματα από τις φοιτητικές εκλογές και από την επαφή με τον κόσμο.

6 Δεν δόθηκε πραγματική μάχη

Δεν εκτιμήσαμε σοβαρά την αστική πολιτική. Κολυμπήσαμε σε πελάγη μιας εύκολης νίκης ή –για να το πούμε πιο ορθά– μιας επίτευξης ορισμένων από τους στόχους: σημαντική άνοδος, εκλογή περισσότερων ευρωβουλευτών, αλλαγή συσχετισμού στην αριστερά. Το ερώτημα ήταν αν ήταν εφικτοί οι στόχοι αυτοί. Ήταν – αλλά έπρεπε να στηρίζονται κάπου. Κυρίως στο να δοθεί μια προεκλογική μάχη, που δεν δόθηκε. Για να θυμίσουμε, είχαμε εκτιμήσει σαν θετική τη 2η Συνδιάσκεψη επειδή άλλαξε ένα κακό κλίμα που υπήρχε και ετοίμαζε τα πνεύματα για μια μάχη. Τα επιτελεία όμως είχαν άλλες προτεραιότητες. Κι όταν αρχίσαμε την προεκλογική περίοδο, υπήρχε εξαιρετική καθυστέρηση. Αδικαιολόγητη.

7 “Μεταμοντέρνα” καμπάνια

Όλη η επικοινωνία ήταν άστοχη. Άτονη, υποβαθμισμένη, χωρίς να φαίνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, στηριγμένη σε μεταμοντέρνα αντίληψη. Αντίθετα, ο ΛΑΟΣ έδωσε μαθήματα πολιτικής ταχτικής σε όλα τα επίπεδα. Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ήττα επίσης της επικοινωνιακής αντίληψης για την πολιτική για ένα αριστερό εγχείρημα.

8 One man show…

Παίχτηκε το one man show Alexis, χωρίς να αξιοποιηθούν πολλά στελέχη, π.χ. ο Μανώλης Γλέζος. Σε μια κρίσιμη στιγμή της προεκλογικής περιόδου ανέκυψε πρόβλημα ηγεσίας του εγχειρήματος. Η διάσταση, η σχέση Τσίπρα-Αλαβάνου που παρουσίασε κάποιο πρόβλημα –για το οποίο δεν ευθύνονται άλλες συνιστώσες– αλλά που επέδρασε στο εγχείρημα. Δεν πας σε εκλογές και σου σκάει τέτοιο ζήτημα. “Κάτι τρέχει” που λέει μετεκλογικά η Αυγή, αλλά που θα έπρεπε να έχει λυθεί έγκαιρα.

Τα σημεία 1-8 περιγράφουν ορισμένα χαρακτηριστικά μιας μάχης (προεκλογικής) που δεν δόθηκε. Ποια ήταν η αιτία αυτών των λαθών και ελλείψεων; Ποιος έχει την ευθύνη;

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκε από την ιδιαίτερη φυσιογνωμία και τις αντιφάσεις του ΣΥΝ, και τα αρνητικά του βάρυναν τη συνολική εικόνα και κατάσταση. Μάλιστα σε συνθήκες σαν τις σημερινές, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχτηκε ιδιαίτερα ευάλωτος λόγω αυτών των αρνητικών.

Για να συνεννοηθούμε, η αποκλειστική ευθύνη για την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές βαραίνει τον ΣΥΝ και τις εγγενείς αντιφάσεις του. Επίσης, τα επιτελεία του έχουν ευθύνες για το πώς σχεδιάστηκε και πώς δόθηκε η προεκλογική μάχη, αλλά και πώς αντιμετώπισαν την υπερ6μηνη επίθεση που δεχόμαστε.

  • Όλο το προηγούμενο διάστημα τίθονταν από στελέχη του ΣΥΝ και συντηρούνταν από τα ΜΜΕ το “θα συνεργαστούμε με το ΠΑΣΟΚ – δεν θα συνεργαστούμε με το ΠΑΣΟΚ”, πολλά εσωτερικά προβλήματα του ΣΥΝ βάραιναν σαν σκιά πάνω στο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ και υπήρξε μεγάλη παλινδρόμηση στον τρόπο που έχουν υποστηριχτεί κεντρικές και βασικές επιλογές, όπως αυτή του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ (ξαναγίνεται και σήμερα μετεκλογικά με ιδιαίτερη ένταση), της υποστήριξης του Δεκέμβρη, της αντιπολίτευσης στο δικομματισμό – νεοφιλελευθερισμό.
  • Θέλουμε να τονίσουμε ότι το ζήτημα των τάσεων του ΣΥΝ είναι δικό του πρόβλημα και δεν μπορεί αυτό να ταλανίζει το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ομάδα πίεσης για τις εσωκομματικές διενέξεις του ΣΥΝ, ούτε και τόπος επίλυσης διαφορών ανάμεσα στις πτέρυγές του.
  • Ο ΣΥΝ πρέπει να ξεκαθαρίσει το πώς θέλει ή αντιλαμβάνεται τον ΣΥΡΙΖΑ. Συνυπάρχουν ορισμένες αντιλήψεις και πραχτικές στάσεις του ΣΥΝ απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ: α) Ο ΣΥΡΙΖΑ σαν εκλογική ομπρέλα και όχημα διάσωσης ή ανέλιξης διαφόρων στον κοινοβουλευτικό στίβο, β) ο ΣΥΡΙΖΑ σαν πεδίο εσωτερικών αντιπαραθέσεων και επίλυσης διαφορών του ΣΥΝ, και γ) ο ΣΥΡΙΖΑ ως τσιφλίκι του ΣΥΝ.
  • Σαν αποτέλεσμα έχουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς διαδικασίες και λειτουργία από τη γέννησή του έως σήμερα. Στην παρούσα φάση είχαμε και έναν ΣΥΡΙΖΑ που δεν μπόρεσε να δώσει μια προεκλογική μάχη. Υπέστη μια ήττα γιατί δεν έδωσε μάχη όταν όλοι τον πολεμούσαν. Αυτό είναι πολύ σοβαρό.

Από τον ΣΥΝ χτυπήθηκε πολλαπλώς η υποψηφιότητα της ΚΟΕ και η ίδια η Ελένη Σωτηρίου με ανήθικο και προσωπικό τόνο, πριν και κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Και φυσικά οι επιθέσεις εντείνονται και μετά. Δεν είδαμε σε καμιά περίπτωση μια υποστήριξη, και καμιά κριτική απέναντι στις επιθέσεις αυτές – ενώ εμείς κρατήσαμε όσο μπορούσαμε την ψυχραιμία μας. Ούτε καν διανοήθηκε ο ΣΥΝ να υπερασπίσει την υποψηφιότητα αυτή στα ΜΜΕ, στους αλαλάζοντες δημοσιογραφίσκους και άλλους έξυπνους.

Τέλος, παρατηρήθηκε μια ευρεία εκλογική απεργία μέρους του ΣΥΝ, που επηρέαζε ψυχολογικά όσους είχαν τη διάθεση να κινηθούν.

Στην ουσία, ο ΣΥΝ ήθελε να κάνει ό,τι αυτός ήθελε ή τα μέρη του προγραμμάτιζαν. Σε σχέση με το 2007 παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μονοπώληση των ΜΜΕ. Γνωρίσαμε πολλά “καπέλα” σε θέσεις, ομιλίες και υλικό.

Εμείς ως ΚΟΕ, κινητοποιήσαμε δυνάμεις και σε πολλές περιπτώσεις πρωτοστατήσαμε για να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η υποψηφιότητα της σ. Ελένης Σωτηρίου –που τόσο βάλλεται τούτες τις μέρες από όσους ασελγούν πάνω στον ΣΥΡΙΖΑ– ήταν μια επιλογή που δικαιώθηκε και έδωσε αριστερά και λαϊκά χαρακτηριστικά. Είχε έναν πολιτικό λόγο απλό, καθαρό και κατανοητό όπου εμφανίστηκε, αντιπαρατέθηκε με τους φορείς του δικομματισμού και κέρδισε σε συμπάθεια και κατοχύρωση. Ήταν μια σημαντική προσφορά στη γενική προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ και ανέβασε το κύρος της ΚΟΕ με την ακούραστη δουλειά της. Χωρίς τη δουλειά της ΚΟΕ και την προσωπική συμβολή της σ. Ελένης το εκλογικό αποτέλεσμα θα ήταν πολύ χειρότερο. Δώσαμε κάποιες μάχες, αλλά αυτοκριτικά πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν βάλαμε συνολικά το ζήτημα ή τα ζητήματα, είτε γιατί δεν περιμέναμε να γίνουν τόσες πολλές “στραβές”, είτε γιατί πρυτάνευσε η λογική να μην φορτίσουμε την κατάσταση προεκλογικά και να θέσουμε τα ζητήματα μετά τις εκλογές. Αν και δεν ανατρέψαμε (ούτε επιχειρήσαμε να, ούτε μπορούσαμε) τη γενική εικόνα, νομίζουμε ότι προσφέραμε πολλά στη γενική θετική εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ, τρέξαμε πολύ περισσότερο από άλλους (για παράδειγμα, μόνοι μας σηκώσαμε την αντιπαράθεση με τους οικολόγους-πράσινους) και πάλι βρεθήκαμε να είμαστε χρεωμένοι και εμείς με το κακό εκλογικό αποτέλεσμα – εξαιτίας δικών τους σφαλμάτων και ελλείψεων. (Η συνολική αυτοκριτική τοποθέτηση της ΚΟΕ πρέπει να γίνει αφού ολοκληρωθεί η εσωτερική συζήτηση και αφού συγκεντρωθούν όλες οι απόψεις και όλες οι κριτικές).

Καθοδηγητικό Όργανο της ΚΟΕ
9/6/2009