Χορστ Καρς, “Die Linke”: Σημαντική εξέλιξη η εδραίωση της Αριστεράς στη Γερμανία

τ.278, 20/11/2009

Συνέντευξη με τον Χορστ Καρς,
επικεφαλής του Τμήματος Στρατηγικής και Πολιτικής
του κόμματος Die Linke

Οι αντιφατικές εξελίξεις στην ευρωπαϊκή Αριστερά, μετά και τις πρόσφατες εκλογές για την Ευρωβουλή και για τα εθνικά κοινοβούλια μιας σειράς χωρών, βρίσκονται στο επίκεντρο συγκριτικών αναλύσεων και προβληματισμών. Από τη μια, σημειώνονται σημαντικές επιτυχίες σε ορισμένες χώρες, π.χ. στη Γερμανία και την Πορτογαλία. Από την άλλη, η Αριστερά δεν προβάλλει συνολικά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σαν ελπιδοφόρο και αποτελεσματικό αντίπαλο δέος, παρά τη βαθιά καπιταλιστική κρίση και τη χρεοκοπία της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Υπάρχουν μάλιστα και χώρες, όπως η Ιταλία, όπου η Αριστερά είχε τεράστια επιρροή, την οποία κατασπατάλησε σε καταστροφικά κεντροαριστερά πειράματα – κι ακόμα δεν δείχνει σημάδια ουσιαστικής αυτοκριτικής και αναπροσανατολισμού, άρα ούτε και ανασυγκρότησης. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το να γνωρίσουμε τις εμπειρίες και τις προσπάθειες σημαντικών αριστερών εγχειρημάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία και αποδεικνύεται άσκηση ξεχωριστού ενδιαφέροντος.

Την προηγούμενη εβδομάδα επισκέφτηκε τη χώρα μας, προσκεκλημένος του Συνασπισμού, ο Χορστ Καρς, επικεφαλής του Τμήματος Στρατηγικής και Πολιτικής του γερμανικού κόμματος της Αριστεράς. Ενός κόμματος του οποίου οι συνιστώσες κατέβηκαν για πρώτη φορά με ενιαίο ψηφοδέλτιο στις εκλογές του 2005 – το ίδιο το κόμμα ιδρύθηκε επίσημα μόλις πριν δύο χρόνια. Έχει όμως μέσα σ’ αυτό το μικρό διάστημα καταφέρει να αλλάξει άρδην το πολιτικό σκηνικό στη Γερμανία. Ο Χορστ Καρς συναντήθηκε μεταξύ άλλων και με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, μεταφέροντας την εμπειρία του γερμανικού κόμματος ενόψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης. Είχαμε μαζί του μια πολύ διαφωτιστική συζήτηση σχετικά με τη διαδικασία συγκρότησης και τον τρόπο λειτουργίας της γερμανικής Αριστεράς, τους προβληματισμούς που αναπτύσσονται στους κόλπους της, το πολιτικό στίγμα της και βέβαια τις αλλαγές που προκαλεί στην κοινωνία της ισχυρότερης ιμπεριαλιστικής χώρας της Ευρώπης. Πέρα από τη συνέντευξη, σε ξεχωριστό πλαίσιο παραθέτουμε ενδιαφέροντα αποσπάσματα από την ενημέρωση που έκανε ο Καρς σε εκπροσώπους της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Πώς ξεκίνησε το ενιαίο σήμερα κόμμα της Αριστεράς;

Η ιδέα για ένα νέο αριστερό κόμμα στη Γερμανία ξεκίνησε το 2004, οπότε κορυφώθηκε η απογοήτευση μεγάλου αριθμού μελών και ψηφοφόρων της σοσιαλδημοκρατίας εξαιτίας της Ατζέντας 2010, μιας σειράς αντιδραστικών “μεταρρυθμίσεων” της κυβέρνησης Σρέντερ που έπληξαν το κράτος πρόνοιας και τα εργασιακά δικαιώματα. Στους συνδικαλιστικούς χώρους και σε πολλά μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ενισχύθηκε η πεποίθηση πως αυτή η πολιτική δεν είναι πλέον σοσιαλδημοκρατική, οπότε αποχώρησαν από το SPD και δημιούργησαν τη WASG το 2005. Την ίδια χρονιά το SPD ηττήθηκε σε αλλεπάλληλες τοπικές εκλογές, και τελικά ο καγκελάριος Σρέντερ αναγκάστηκε να προκηρύξει ομοσπονδιακές εκλογές τον Σεπτέμβρη του 2005. Τότε, ο Όσκαρ Λαφοντέν, πρώην ηγετικό στέλεχος του SPD και επικεφαλής της WASG, είπε ότι αν τα δύο κόμματά μας ενωθούν, είναι πρόθυμος να ηγηθεί. Το ίδιο είχε πει και ο Γκρέγκορ Γκίζι, ο ηγέτης του PDS [Σ.τ.Μ.: Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, που είχε μεγάλη δύναμη στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Σήμερα ο Γκίζι είναι πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και μέλος της ηγετικής “τριανδρίας” του κόμματος της Αριστεράς]. Έτσι, η βούληση αυτών των δύο κομμάτων, και ιδίως αυτών των δύο ηγετών, αρχικά, έδωσε την ώθηση για κοινή εκλογική κάθοδο στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2005 – και άνοιξε το δρόμο για την ίδρυση του ενιαίου κόμματος της Αριστεράς το 2007.

Που μέσα σε λίγα μόλις χρόνια έχει διευρύνει εντυπωσιακά την εμβέλειά του και στη Δυτική Γερμανία…

Πράγματι, το καταφέραμε, και πρόκειται για ιστορικής σημασίας εξέλιξη. Βέβαια, στην πρώην Ανατολική Γερμανία είχαμε ήδη, σαν PDS, σημαντική υποστήριξη. Αλλά ήταν η πρώτη φορά από το 1933, μετά το χιτλερικό φασισμό, που ένα κόμμα στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας ψηφίζεται από πλατιές μάζες στο δυτικό τμήμα. Αυτό σημαίνει πως η αντικομμουνιστική, αντισοσιαλιστική πολιτική που επί δεκαετίες κυριαρχούσε στη Δυτική Γερμανία σε μεγάλο βαθμό ηττήθηκε. Για εμάς τους αριστερούς αυτό είναι ήδη ένα πολύ μεγάλο βήμα: να σπάσουμε τις υγειονομικές ζώνες, να μην ψηφιζόμαστε μόνο από το παραδοσιακό αριστερό περιβάλλον, που ήταν πολύ στενό. Στα δυτικογερμανικά κρατίδια η Αριστερά κινούνταν πάντα γύρω στο 1% – τώρα παίρνουμε 8%, ή και 14%, όπως π.χ. στη Βρέμη. Άρα πρέπει πια να υπολογίζουν ότι θα έχουν μόνιμα στο κοινοβούλιο ένα κόμμα που βρίσκεται στα αριστερά του SPD. Το SPD θα υποχρεωθεί να συνεννοηθεί με εμάς, γιατί πλέον ούτε το παλιό δίδυμο SPD-Πράσινων βγάζει πλειοψηφία. Ταυτόχρονα, στην Ανατολική Γερμανία κοντράρουμε πλέον στα ίσα τους χριστιανοδημοκράτες (CDU), ενώ το SPD έχει πέσει σχεδόν παντού κάτω από το 20%. Με δυο λόγια, τουλάχιστον στην πρώην Ανατολική Γερμανία ξεχωρίζουν πλέον δύο μόνο προοπτικές: είτε κυβέρνηση της Δεξιάς, είτε κυβέρνηση της Αριστεράς. Είναι ένας νέος ρόλος για την Αριστερά!

Βλέπετε τη δυνατότητα συμμετοχής σας και στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση;

Αυτή τη στιγμή, για να μιλάμε ρεαλιστικά, μπορούμε να κυβερνήσουμε μόνο σε επίπεδο κρατιδίων. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο δεν υπάρχει κάποιος πιθανός σύμμαχος. Γενικά μιλώντας, δεν θα λέγαμε όχι σε μια συμμαχική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αρκεί να υλοποιήσει κάποια ελάχιστα απαιτούμενα: την αποχώρηση του γερμανικού στρατού από το Αφγανιστάν, την κατάργηση συγκεκριμένων “μεταρρυθμίσεων”, την αντιστροφή των ιδιωτικοποιήσεων, και ορισμένα ακόμη σημαντικά σημεία. Αλλά αυτή τη στιγμή ούτε καν γνωρίζουμε προς τα πού θα πάει το SPD, που υπέστη μια τεράστια ήττα και πρέπει να τη χωνέψει. Προτού λοιπόν διαφανεί μια τυχόν νέα κατεύθυνση του SPD, δεν μπορούμε να πούμε ότι υφίσταται αξιόπιστος σύμμαχος για μια μελλοντική ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Για να μιλήσεις σοβαρά πρέπει να ξέρεις με ποιους έχεις να κάνεις και τι θέλουν. Πρέπει να δούμε, για παράδειγμα, τι συνέβη στο κρατίδιο της Έσσης: η ανοχή που προσφέραμε στην τοπική κυβέρνηση SPD-Πράσινων προκάλεσε μεγάλες συγκρούσεις στο εσωτερικό του SPD. Δηλαδή, τα εμπόδια σε μια μελλοντική συνεργασία μπαίνουν καταρχήν από τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία, όχι από εμάς. Από την άλλη, εμείς δεν πρόκειται να “προσαρμοστούμε” – το SPD είναι που πρέπει να ξεκαθαρίσει μπροστά στον κόσμο του τι θέλει, και να ξεπεράσει τα αντικομμουνιστικά σύνδρομα! Ως τότε, η ερώτηση για συμμετοχή της Αριστεράς σε κυβέρνηση είναι ακαδημαϊκού χαρακτήρα.

Σε τι φάση συγκρότησης βρίσκεται σήμερα το κόμμα σας;

Τον Μάιο του 2010 έχουμε το 2ο Τακτικό Συνέδριό μας, που θα εκλέξει τη νέα καθοδήγηση και θα αποφασίσει το πρόγραμμα του κόμματος. Η εμβάθυνση του επιπέδου της ενότητάς μας θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε σε μια σειρά αλλαγών. Το πιθανότερο είναι πως από το 2010 θα έχουμε έναν πρόεδρο, ο οποίος θα αντικαταστήσει τους δύο συμπροέδρους που έχουμε τώρα. Τέτοιου είδους αλλαγές θα αντανακλούν μια ουσιαστικότερη ενότητα και ομογενοποίηση του κόμματος.

Μιλήσατε για το πρόγραμμα του κόμματος. Απ’ ό,τι αντιλαμβανόμαστε, μέχρι τώρα υπάρχει μόνο εκλογικό πρόγραμμα;

Ναι, έχουμε το πρόγραμμα που υιοθετήθηκε από το προεκλογικό συνέδριο, αλλά όχι ακόμη ένα γενικό πρόγραμμα. Ο διάλογος για το νέο πρόγραμμα του κόμματος και η μελλοντική υιοθέτησή του από το 2ο Τακτικό Συνέδριο έχει στα μάτια μου πολύ κεντρική σημασία. Είναι η πρώτη φορά που το κόμμα εδώ και ένα χρόνο συζητά οργανωμένα: Ποιοι είναι οι κοινοί και μακροπρόθεσμοι στόχοι μας; Πώς θα χωρέσουν μαζί στο κόμμα σοσιαλδημοκράτες, σοσιαλιστές και κομμουνιστές; Ενδεχομένως, τι μας χωρίζει και πώς επιλύουμε τις διαφορές μας; Αυτή τη συζήτηση τη χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα για την εξέλιξη του κόμματος. Μέχρι τώρα καταφέραμε να κερδίσουμε πολύ κόσμο που είναι δυσαρεστημένος από τη σοσιαλδημοκρατία. Το επόμενο βήμα μας πρέπει να είναι, από ρεύμα συσπείρωσης δυσαρεστημένων, να μετατραπούμε πραγματικά σε κόμμα που προωθεί συγκεκριμένους στόχους. Γι’ αυτό χρειάζεται ο διάλογος και η γόνιμη αντιπαράθεση γύρω από το πρόγραμμα. Ταυτόχρονα, έτσι θα επιταχύνουμε την αλληλοκατανόηση των μελών, επειδή πρέπει να παραδεχτούμε ότι ιδίως στη Δυτική Γερμανία το συντροφικό πνεύμα είναι ακόμη σε στοιχειακό επίπεδο.

Με ποιο τρόπο διασφαλίζετε την επικοινωνία με τη βάση της Αριστεράς; Έχει το κόμμα τα δικά του ΜΜΕ;

Καταρχήν, υπάρχει ένα περιοδικό, αλλά με σχετικά περιορισμένη κυκλοφορία. Υπάρχει και η καθημερινή εφημερίδα Neues Deutschland, που δεν είναι ιδιοκτησία του κόμματος, αλλά εκδότης της είναι ο Λόταρ Μπίσκι, ένας από τους δύο προέδρους μας. Η καθημερινή εφημερίδα είναι πλατιά διαδεδομένη – ιδίως στην πρώην Ανατολική Γερμανία τη βρίσκεις παντού. Έχουμε επίσης διάφορες εφημερίδες και άλλα έντυπα που εκδίδονται με πρωτοβουλία των τοπικών οργανώσεων. Όμως χρησιμοποιούμε πολύ και το Διαδίκτυο, που έχει γίνει σπουδαίο μέσο επικοινωνίας με τη βάση μας. Άλλος ένας τρόπος επικοινωνίας είναι η “ενεργητική προεκλογική εκστρατεία”, που δεδομένων των συχνών εκλογικών αναμετρήσεων παίζει σημαντικό ρόλο. Δηλαδή φοράμε ένα μπουφάν με τη στάμπα “Η Αριστερά είναι εδώ!” και πάμε εμείς στον κόσμο, στους δρόμους, στα σπίτια. Αυτό είναι κάτι που θέλουμε να ενισχύσουμε, για να βελτιωθεί η επικοινωνία από κάτω, από την κοινωνία, προς τα πάνω, προς το κόμμα. Δεν μπορούμε να αρκεστούμε στην επικοινωνία από τα πάνω προς τα κάτω, μέσα από τον Τύπο ή από τις δηλώσεις εκπροσώπων του κόμματος στα ΜΜΕ. Επιθυμούμε μια αμφίδρομη επικοινωνία, όπου από τη μια τα μέλη μας θα παίρνουν από την καθοδήγηση πληροφορίες που δεν δημοσιοποιούνται ή δεν διαδίδονται πλατιά, κι από την άλλη η καθοδήγηση μέσα από τα μηνύματα που θα δέχεται από τη βάση θα αναγνωρίζει πραγματικότητες και θα βλέπει κοινωνικές εξελίξεις τις οποίες δεν μπορεί να αντιληφθεί μέσα από επιστημονικές μελέτες ή αναλύσεις – τέτοιες εξελίξεις μπορεί κανείς να τις αντιληφθεί μόνο μέσω των μελών του, που βρίσκονται μέσα στην κοινωνία, στο δρόμο.

Ποιο κεντρικό σύνθημα ή αίτημα προβάλλει η Αριστερά στη χώρα σας σήμερα;

Κοινωνική δικαιοσύνη. Ο όρος αυτός βέβαια έχει πολλές πλευρές. Μπορεί ο καθένας να τον αντιλαμβάνεται με κάπως διαφορετικό τρόπο. Και στο εσωτερικό του κόμματος συνυπάρχουν ακόμα διαφορετικές προσλήψεις εννοιών τέτοιου είδους. Αν πάντως προχωρήσουμε πολιτικά τη συζήτηση γι’ αυτόν τον όρο, αναδύονται “κλασικά” θέματα όπως η αναδιανομή των μισθών, του κέρδους, των εισοδημάτων από κληρονομιές… το θέμα της ατομικής ιδιοκτησίας σε τελική ανάλυση. Υπάρχουν κι άλλες όψεις: το δικαίωμα στη δουλειά, η ανεργία – που συνδέονται άμεσα με τη δυνατότητα ή όχι συμμετοχής στην κοινωνία. Που κι αυτό με τη σειρά του αναδεικνύει το θέμα της δημοκρατίας: διότι κοινωνική αδικία υπάρχει και όταν πολλοί άνθρωποι έχουν την αίσθηση πως αδυνατούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Κοιτάξτε, ένα κλασικό παράδειγμα, η μαγική λέξη “παγκοσμιοποίηση” – αρχικά χρησιμοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε ουσιαστικά έλεγε στους ανθρώπους: “Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Είστε απροστάτευτοι μπροστά σε (δήθεν) αντικειμενικές εξελίξεις που σας ξεπερνούν”. Όταν αντιμετωπίζουμε τέτοιους ισχυρισμούς, πρέπει να απαντάμε έμπρακτα, απαιτώντας χώρο για δημοκρατικές αποφάσεις, ώστε να αποφασίζουν οι δημοκρατικές πλειοψηφίες και όχι τα συμφέροντα αυτών που κυνηγούν το κέρδος. Τέτοιου είδους αναλύσεις και αγώνες θα μπορούσαν να “περιγράψουν” το κεντρικό μας σύνθημα για κοινωνική δικαιοσύνη. Με δυο λόγια, να βάλουμε στο επίκεντρο της οικονομίας και της πολιτικής τις ανάγκες των ανθρώπων!

Στις γερμανικές συνθήκες, με αυτή την πολιτική η Αριστερά σημειώνει επιτυχίες. Επιτυχίες σημειώνει και στην Πορτογαλία, ίσως και σε λίγες ακόμη ευρωπαϊκές χώρες. Όμως σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, και μάλιστα σε συνθήκες κρίσης, η Αριστερά δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να αναδεικνύεται σαν εναλλακτική προοπτική. Ποια αιτήματα θα έπρεπε να προβληθούν πανευρωπαϊκά ώστε να γειωθεί στην κοινωνία, να ξεχωρίσει σαν δύναμη αλλαγής, να αλλάξει τελικά τους συσχετισμούς;

Αυτή την ερώτηση πραγματικά δεν μπορώ να την απαντήσω ικανοποιητικά, επειδή δεν γνωρίζω επαρκώς την κατάσταση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Μπορώ όμως να πω τη γνώμη μου για τη Γερμανία, ίσως και για μερικές ακόμη χώρες: Οι κεντρικές διεκδικήσεις πρέπει να αφορούν, πρώτον, τον ελάχιστο μισθό, τις εγγυημένες και επιβεβλημένες από το κράτος μίνιμουμ αποδοχές και ασφάλειες. Δηλαδή να διεκδικήσουμε για όλους τους κατοίκους της Ευρώπης ένα ελάχιστο όριο που μας επιτρέπει να ζούμε αξιοπρεπώς. Δεν ανεχόμαστε να μην μπορεί να ζήσει κανείς την οικογένειά του από την εργασία του – αυτό πρέπει να είναι το πρώτο κεντρικό μήνυμα που στέλνουμε εμείς, τη στιγμή που η άρχουσα τάξη θεσμοθετεί την ανασφάλεια. Το δεύτερο που πρέπει να πούμε είναι πως θέλουμε διεύρυνση της δημοκρατίας, και σε ευρωπαϊκό επίπεδο – περιλαμβανομένης και της έννοιας της δημοκρατίας στην οικονομία. Πιστεύω πως όρους όπως οικονομική δημοκρατία, έλεγχος της οικονομίας από λαϊκές επιτροπές κ.λπ., πρέπει η Αριστερά να τους αναδείξει και να τους ενισχύσει. Τρίτον, να θέσουμε αποφασιστικά το αίτημα για πραγματική παιδεία. Η γνώση και η πληροφόρηση είναι απαραίτητες για την πραγματική δημοκρατία, είναι σημαντικές για να ξέρουν οι άνθρωποι πώς έχουν τα πράγματα, πώς λειτουργούν οι κοινωνικές σχέσεις, και άρα να είναι σε θέση να παίρνουν συνειδητά αποφάσεις ως δημοκρατικοί πολίτες. Πρέπει λοιπόν να καταπολεμήσουμε την αντίληψη πως η εκπαίδευση αποσκοπεί κυρίως στην εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και στην εξυπηρέτηση του επιχειρηματικού κόσμου!

Τελευταίο, επειδή θίξατε την κρίση: Έχω την αίσθηση ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, και δικαιολογημένα, δεν εμπιστεύονται αυτά που λέγονται από τους “από πάνω” σχετικά με την κρίση, διότι φυσικά δεν κοιτούν το πρόβλημα από την πλευρά, π.χ., ενός τραπεζίτη. Άρα αναζητούν την έξοδο από την κρίση με βάση τις δικές τους εμπειρίες και ανάγκες. Αν τώρα η Αριστερά παρέμβει αποφασιστικά σε αυτόν τον κόσμο που αναζητά διέξοδο, αν του προσφέρει μια διαφορετική προοπτική, θα μπορέσει να αλλάξει και τους συσχετισμούς. Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό που εννοώ, θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από τη χώρα μου: στις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές βγήκαν κερδισμένα τα δύο πιο αντίθετα μεταξύ τους κόμματα. Το ένα ήταν το FDP (Ελεύθεροι Δημοκράτες), δηλαδή το κόμμα του πλέον “συνεπούς” νεοφιλελευθερισμού, της ελεύθερης αγοράς και του ατομισμού. Το άλλο ήμασταν εμείς, η Αριστερά, που μιλάμε για κοινωνικό κράτος, για δημόσια επενδυτικά προγράμματα, για επιβολή κανόνων στις τράπεζες κ.λπ. Ακριβώς μεταξύ αυτών των δύο αντίθετων πόλων και αντιλήψεων, που ξεχωρίζουν μέσα στην κρίση σαν σαφείς προτάσεις, θα παιχτεί τα επόμενα χρόνια το κέρδισμα της λαϊκής πλειοψηφίας. Σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να επικεντρωθούμε, και να αντιτάξουμε στο νεοφιλελευθερισμό τη δική μας αριστερή πρόταση και προοπτική.

Και μια τελευταία ερώτηση: Υπάρχουν στην καθοδήγηση ή την κοινοβουλευτική ομάδα στελέχη που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές;

Φυσικά. Η συντρόφισσα Σάρα Βάγκενκνεχτ, για παράδειγμα, είναι στέλεχος της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας του κόμματός μας, βουλευτίνα στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, και βέβαια δηλώνει κομμουνίστρια. Υπάρχουν σύντροφοι που δηλώνουν την κομμουνιστική ταυτότητά τους, ενώ άλλοι προτιμούν να αυτοχαρακτηρίζονται αντικαπιταλιστές. Στο παρελθόν οι περισσότεροι ήταν μέλη διαφόρων κομμουνιστικών οργανώσεων και αντικαπιταλιστικών κινημάτων, και σήμερα εκπροσωπούνται τόσο στην εθνική καθοδήγηση όσο και στην κοινοβουλευτική ομάδα της Αριστεράς.

Τη συνέντευξη πήρε ο Ερρίκος Φινάλης

Μετάφραση: Θανάσης Ούρδας


Η “συνταγή” Die Linke:
Πλήρης ισοτιμία και πνεύμα αμοιβαίων υποχωρήσεων

Παραθέτουμε ορισμένα ενδιαφέροντα αποσπάσματα από την εκτενή ενημέρωση που έκανε ο Χορστ Καρς σε συνάντησή του με στελέχη της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη εβδομάδα:

Ήταν καθοριστική η ένωση του “ανατολικογερμανικού” PDS με το “δυτικογερμανικό” WASG, διότι ως τότε το PDS ήταν μάλλον περιθωριακό στην πρώην Δυτική Γερμανία. Το Ιδρυτικό Συνέδριο της Αριστεράς, το 2007, δεν ήταν εύκολη και απλή υπόθεση. Στέφθηκε όμως από επιτυχία, διότι και οι δύο πλευρές έδειξαν βούληση και θετική διάθεση. Φτιάχτηκαν για κάθε θέμα κοινές επιτροπές σε αναλογία 50-50% μεταξύ PDS και WASG, πράγμα που έδειχνε ότι και τα δύο κόμματα αντιμετωπίζονται ισότιμα, παρόλη τη σαφώς μικρότερη δύναμη του WASG (τότε η αναλογία μελών ήταν 12.000 του WASG, κυρίως στο δυτικό τμήμα, και 55.000 του PDS, κυρίως στο ανατολικό τμήμα). Με βάση αυτή τη λογική, αποφασίστηκε ποσόστωση 50-50% και στην εθνική καθοδήγηση. Σήμερα που η διαδικασία ουσιαστικής ενοποίησης έχει προχωρήσει, η ποσόστωση έχει μειωθεί σε 40% για το WASG, και μάλλον θα καταργηθεί εντελώς στο μεθεπόμενο Συνέδριο, το 2012. Επίσης είναι πιθανό στο μέλλον η “τριανδρία” Λαφοντέν-Μπίσκι-Γκίζι να αντικατασταθεί από έναν μόνο πρόεδρο. Τα μικτά θεματικά τμήματα που από την αρχή δημιουργήθηκαν, τόσο στην εθνική καθοδήγηση, όσο και στην κοινοβουλευτική ομάδα, συνέβαλαν καθοριστικά στην αλληλοκατανόηση και σταδιακή ομογενοποίηση.

Υπήρξε από την αρχή συναίνεση, ότι το νέο κόμμα θα μιλά μόνο για ζητήματα στα οποία υπάρχει συμφωνία, ενώ όπου υπάρχει ακόμη διαφωνία το κόμμα δεν θα τοποθετείται καθόλου. Το συμπέρασμα, χάρη και στις εκλογικές επιτυχίες που σημειώσαμε και στη γενικότερη διεύρυνση της επιρροής μας σε παγγερμανικό επίπεδο, ήταν κοινό: “Επιμένουμε στην αμοιβαία επωφελή ενότητα”. Μια σκιά, που προκλήθηκε κυρίως από την αποκλειστική σχεδόν ενασχόληση με τις αλλεπάλληλες εκλογικές καμπάνιες, είναι ο “κοινοβουλευτισμός”, σε βάρος της κοινωνικής δράσης και της ανάπτυξης των κινημάτων (ιδίως στη Δύση). Τώρα πάντως σταδιακά μπαίνουμε σε διαδικασία προετοιμασίας και συζήτησης γενικού κομματικού προγράμματος. Αυτή η διαδικασία θα μας βοηθήσει εξάλλου να “ενσωματώσουμε” χιλιάδες νέα μέλη, που στη μεγάλη πλειοψηφία τους δεν ενδιαφέρονται για παλιές ιστορίες, ιστορικές διαφωνίες κ.λπ. Αυτό που μας απασχολεί τώρα είναι πώς θα γίνουμε “το κόμμα των μελών μας”: τρόπος οργάνωσης, λειτουργίας και συζήτησης, πολιτικής διαπαιδαγώγησης και επιμόρφωσης κ.λπ. Αυτό το θέμα (δηλαδή ουσιαστικά η αύξηση της εσωτερικής συνοχής και συμφωνίας του κόμματος) θα μας απασχολήσει τα επόμενα 2 χρόνια.

Τώρα πια εκδηλώνεται η ανάγκη για ουσιαστική συζήτηση βασικών θεμάτων. Πολλές τοπικές οργανώσεις και οργανώσεις κρατιδίων απαιτούν χρονοδιάγραμμα συζήτησης που θα οδηγήσει σε προγραμματική συνοχή. Φτιάχτηκε ήδη 14μελής επιτροπή για το πρόγραμμα με την “παλιά” αναλογία του 50-50%, που επίσης παίρνει υπόψη την αντιπροσωπευτικότητα των τάσεων, αλλά και τη συμμετοχή συνδικαλιστών, γυναικών κ.λπ. Άρα εδώ, όσον αφορά την οικοδόμηση του προγράμματος, έχουμε επιστροφή στην αρχική συμφωνία σε πνεύμα αμοιβαίων υποχωρήσεων. Για να γίνει κατανοητό ότι η διαδικασία του γενικού προγράμματος είναι “λεπτή άσκηση”, σημειώνεται ότι το εκλογικό πρόγραμμα φτιάχτηκε διαφορετικά και πιο εύκολα: βασικά ασχολήθηκε ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας συνεργαζόμενος με τους υπεύθυνους του Τμήματος Στρατηγικής και σε συνεννόηση με τους δύο συμπροέδρους του κόμματος, και απλά εγκρίθηκε από το προεκλογικό Συνέδριο. Τώρα, προκειμένου να συνταχθεί σχέδιο γενικού προγράμματος, απευθυνόμαστε για προτάσεις κ.λπ. στις ομάδες εργασίας της κοινοβουλευτικής ομάδας και στις θεματικές επιτροπές της εθνικής καθοδήγησης, καθώς και στις τάσεις του κόμματος.