20 χρόνια από το θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη, της Μαρίας Ξυλούρη

τ.255, 14/11/2008

Από την αντίσταση και τις εξορίες στην πολιτική αποστασιοποίηση

Το 2001, ένα βορειοαμερικάνικο συγκρότημα, οι Walkabouts, κυκλοφορούσαν ένα τραγούδι όπου χρησιμοποιούσαν ένα στίχο ("So many stars and still we starve") παρμένο από τον Έλληνα ποιητή Τάσο Λειβαδίτη1. Συμπληρώνονταν τότε 13 χρόνια από το θάνατό του. Αλλά ο ποιητής συγκινούσε ακόμα. Κι αν εκείνο το τραγούδι δεν έγινε ποτέ επιτυχία και το ακροατήριο που το εκτίμησε ήταν λιγοστό, ο ποιητής είχε προλάβει όσο ζούσε να γράψει και πολλά τραγούδια που ακόμα και σήμερα μας συγκινούν: Δραπετσώνα, Την Πόρτα Ανοίγω το Βράδυ, Σαββατόβραδο, Βρέχει στη Φτωχογειτονιά – ενώ τα ποιήματά του είναι σημείο αναφοράς για πολύ κόσμο με αριστερές καταβολές.

Στις 30 Οκτώβρη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από το θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη. Ο Λειβαδίτης, γόνος εύπορης οικογένειας που πτώχευσε στον πόλεμο, γεννήθηκε το 1922, και μεγάλωσε στο Μεταξουργείο. Το 1940 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Οργανώθηκε όμως στην ΕΠΟΝ και, αφοσιωμένος στην Αντίσταση, δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1946, με το ποίημα Το Τραγούδι του Χατζηδημήτρη που δημοσιεύτηκε στα Ελεύθερα Γράμματα, περιοδικό που συγκέντρωνε κείμενα πολλών αριστερών της εποχής. Την επόμενη χρονιά δημοσιεύτηκε και Η Κυρά της Όστριας στη Νέα Εστία, ενώ ο Λειβαδίτης μαζί με άλλους νέους λογοτέχνες εκδίδουν το περιοδικό Θεμέλιο.

Τον Ιούνιο του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο, για να περάσει στη συνέχεια και από τον Άη Στράτη και τη Μακρόνησο. Απελευθερώνεται το 1951. Τα πρώτα του βιβλία (Μάχη στην Άκρη της Νύχτας, Αυτό το Αστέρι Είναι για Όλους μας) ο Λειβαδίτης τα εκδίδει το 1952, και απηχούν ακριβώς την εμπειρία της εξορίας, των στρατοπέδων, των διώξεων, των βασανισμών, αλλά και την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο που μπορεί να γεννηθεί μονάχα μέσα από τον αγώνα. Ένα χρόνο αργότερα εκδίδεται και το Φυσάει στα Σταυροδρόμια του Κόσμου, και τιμάται με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Το ίδιο αυτό βιβλίο αργότερα θα κατασχεθεί, καθώς το φιλειρηνικό του περιεχόμενο κρίνεται ανατρεπτικό και επικίνδυνο και ο δημιουργός του θα συρθεί στα δικαστήρια2.

Από το 1954 ο Λειβαδίτης γράφει τη στήλη της βιβλιοκριτικής στην Αυγή. Θα συνεχίσει έως το 1981, με την εξαίρεση των χρόνων της δικτατορίας που η εφημερίδα είχε κλείσει. Αν και δεν συστηματοποίησε ποτέ τις απόψεις του για την ποίηση και την κριτική της υπό μορφή άρθρων ή δοκιμίων, οι κριτικές του αυτές είναι ενδεικτικές της στάσης του απέναντί της και φανερώνουν έναν άνθρωπο απόλυτα αφοσιωμένο σε αυτήν, προσεκτικό αναγνώστη της και ακόμα προσεκτικότερο κριτή της, ειδικά αν αυτή προερχόταν από νέους3.

Το 1957 δημοσιεύει τον Άνθρωπο με το Ταμπούρλο και κερδίζει το Βραβείο Ποίησης του Δήμου Αθηναίων. Το 1961, μαζί με τον Κώστα Κοτζιά, άλλον λογοτέχνη της εποχής, θα γράψει το σενάριο της ταινίας του Αλέκου Αλεξανδράκη Συνοικία το Όνειρο. Γράφει ακόμα τους στίχους των τραγουδιών της ταινίας (Βρέχει στη Φτωχογειτονιά, Σαββατόβραδο) που θα συμπεριληφθούν από τον Μίκη Θεοδωράκη στην Πολιτεία. Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς περιοδεύει με τον Θεοδωράκη στην ελληνική επαρχία, απαγγέλλοντας ποίηση στα διαλείμματα των συναυλιών.

Στο διάστημα της δικτατορίας η Αυγή κλείνει και ο Λειβαδίτης, όπως πολλοί ακόμα αριστεροί λογοτέχνες (και όχι μόνο) της εποχής μένει άνεργος. Για λόγους βιοπορισμού μεταφράζει και γράφει με ψευδώνυμο. Τίποτα άλλο δικό του δεν θα κυκλοφορήσει μέχρι το 1972, οπότε και εκδίδεται ο Νυχτερινός Επισκέπτης, εγκαινιάζοντας μια δεύτερη, πιο εσωστρεφή φάση του έργου του που απομακρύνεται από τον επαναστατικό χαρακτήρα με τα σοσιαλρεαλιστικά στοιχεία –αντανακλώντας και την πολιτική αποστασιοποίηση του ποιητή–, για να ενσωματώσει τον συμβολισμό και την αλληγορία, μια προσχώρηση στην "ποίηση της ήττας", όπως την είχε ορίσει ήδη από τα 1963 ο Βύρων Λεοντάρης με το ομώνυμο άρθρο του στην Επιθεώρηση Τέχνης4, που απηχεί μια συνολικότερη απογοήτευση από οράματα που διαψεύσθηκαν και μια ορισμένη οπισθοχώρηση. Το 1976 του απονέμεται το Δεύτερο Κρατικό Βραβείο ποίησης για το Βιολί για Μονόχειρα (με το Εγχειρίδιο Ευθανασίας τρία χρόνια αργότερα θα κερδίσει και το Πρώτο Βραβείο). Το 1978 γράφει τους στίχους των δίσκων του Μίκη Θεοδωράκη Τα Λυρικά, Οκτώβρης ‘78 και Λειτουργία για τα Παιδιά που Σκοτώνονται στον Πόλεμο. Κάποιοι ακόμα στίχοι του έχουν γίνει τραγούδια από τον Γιώργο Τσαγκάρη, τον Μάνο Λοΐζο και τον Μίμη Πλέσσα.

Το 1982 είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι και η χρονιά που αρχίζουν τα προβλήματα υγείας. Το 1985 εκδίδονται οι Βιολέτες για μια Εποχή, που εγκαινιάζουν την ύστερη, υπαρξιακή περίοδο του έργου του. Πέθανε τον Οκτώβρη του 1988 μετά από δύο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Το 1990 κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο, Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, και ο τελευταίος τόμος των απάντων του. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ρωσικά, ουγγρικά, σουηδικά, ιταλικά, γαλλικά, αλβανικά, βουλγαρικά, κινέζικα και αγγλικά. Στην Ελλάδα επανεκδίδονται συνεχώς.

Το διάλειμμα της δικτατορίας

Στα χρόνια της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης κατέληξε να γράφει σε ένα νεανικό λαϊκό περιοδικό της εποχής, το Φαντάζιο, μαζί με πολλούς ακόμα διωγμένους αριστερούς, από τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι τον συγγραφέα του Λοιμού, τον Αντρέα Φραγκιά, και τον Αλέξανδρο Κοτζιά που εκείνο το διάστημα ήταν στη φυλακή. Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, ο Λειβαδίτης δούλεψε για το περιοδικό μια σειρά από βιογραφίες λογοτεχνών και ακόμα μια σειρά από περιλήψεις, σε μορφή εκτενών διηγημάτων, μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ειδικά η δεύτερη σειρά είναι υποδειγματική ως προς τη γραφή της και τον τρόπο απόδοσης του πνεύματος των έργων που πραγματεύεται. Αυτές οι δύο σειρές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη: ο τόμος Μεγάλες Μορφές της Λογοτεχνίας συγκεντρώνει βιογραφίες "καταραμένων" Ελλήνων λογοτεχνών και ο τόμος Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ): Συνοπτική Απόδοση των Αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη συγκεντρώνει ένα μέρος των εξαιρετικά ζωντανών συνόψεων που είχε κάνει ο ποιητής.

1. Ο αυθεντικός στίχος είναι "Τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ" και προέρχεται από το Εγχειρίδιο Ευθανασίας. Το τραγούδι των Walkabouts είναι το Radiant.

2. Η δίκη έγινε το Φλεβάρη του 1955 και ο Λειβαδίτης τελικά απαλλάχθηκε.

3. Οι κριτικές του της περιόδου 1978-1981 έχουν συγκεντρωθεί από τον Καστανιώτη στον τόμο με τίτλο Έλληνες Ποιητές.

4. "Η ποίηση της ήττας βασικά είναι μια βαθειά κρίση και ίσως το τέλος της αντιστασιακής ιδεολογίας και της αντιστασιακής ποίησης. Οι ιστορικές εξελίξεις, που αλματικά συντελούνται στα πιο κρίσιμα ανθρώπινα προβλήματα, αποκαλύπτουν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την εσωτερική ανεπάρκεια, την αντιφατικότητα, και την ουτοπικότητα πολλών από τις βασικές αντιλήψεις της αντιστασιακής ιδεολογίας" (Βύρων Λεοντάρης, Η Ποίηση της Ήττας, Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 106-107). Στο "ρεύμα" εντάσσονται επίσης και ο Τίτος Πατρίκιος και ο Μανόλης Αναγνωστάκης, οι ποιητές της ήττας, αν και τους αναγνωρίζεται η απελευθέρωση από ιδεολογικά στεγανά που είχαν στοιχίσει στην Αριστερά το προηγούμενο διάστημα, χρεώνονται με μια στροφή προς την απαισιοδοξία, την ηττοπάθεια, την υποταγή. Στο κλίμα αυτό θα μπορούσαν να ενταχθούν και κάποια ποιήματα του Ρίτσου. Αντιθετικά προς αυτούς επιχείρησε να λειτουργήσει η "ποίηση της ρήξης", όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον Άρη Αλεξάνδρου.

Μαρία Ξυλούρη


Από την 25η Ραψωδία της Οδύσσειας

Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
    σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει,
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
    κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυο γωνιές του άδειου κελιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα
όλοι.


Χοιροστάσιο (από τον Νυχτερινό Επισκέπτη)

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς.
Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.